• Home
  • /news
  • /Άρθρο του Στέλιου Δρυ, Διευθύνοντα Συμβούλου της foodstandard, στην ειδική έκδοση του περιοδικού Ελαιοπαραγωγή

Άρθρο του Στέλιου Δρυ, Διευθύνοντα Συμβούλου της foodstandard, στην ειδική έκδοση του περιοδικού Ελαιοπαραγωγή

%ce%ac%cf%81%ce%b8%cf%81%ce%bf-%ce%ba-%ce%b4%cf%81%cf%85-%cf%83%ce%b5%ce%bb-1-2a

 

Η ανάπτυξη του Aγροδιατροφικού Tομέα δε μπορεί να αποτελεί ευχολόγιο, ούτε να αντιμετωπίζεται ως ο «φτωχός συγγενής» της ελληνικής οικονομίας. Ο καταναλωτής διεθνώς έχει κάνει μια δυναμική στροφή στην αναζήτηση του ποιοτικού προϊόντος που δεν ορίζεται από το λαμπερό περιτύλιγμά του. Η στροφή στην πρότυπη και πρωτότυπη παραγωγή και η διάθεση του «νέου» προϊόντος πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα.

 

Νέα προσέγγιση για την ανάδειξη μιας διαχρονικής αξίας

Το ελληνικό προϊόν μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τον πρεσβευτή της χώρας μας διεθνώς κάτι που δε μπορεί να συνοδεύεται μόνο από την παλαιωμένη αντίληψη ότι «ό,τι είναι ελληνικό, είναι το καλύτερο». Για να γίνει αυτό απαιτούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις: Η ενσωμάτωση των διεθνών στάνταρ, η εδραίωση και η τήρηση εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού, η πρόοδος σε επίπεδο καινοτομίας και έρευνας.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν ένα φάσμα προαπαιτούμενων που πρέπει να συνδυάσει πολλούς παράγοντες.

Πρώτος παράγοντας οι επαγγελματίες του αγροτικού κλάδου. Οι τριακόσιες (300) χιλιάδες αγρότες και κτηνοτρόφοι οφείλουν να οργανωθούν με διαφορεικό τρόπο, ώστε να μπορούν να εκπροσωπούνται εποικοδομητικά στην πολιτική ηγεσία, στην ευρωπαϊκή κοινότητα, στα διεθνή fora. Αποκτώντας μια αυτόνομη και ευέλικτη δομή εκπροσώπησης και έχοντας στο πλευρό τους έμπειρους και αξιόπιστους συνεργάτες θα μπορούν να αξιοποιήσουν τα χρήσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία και να προάγουν αιτήματα, θέσεις αλλά και τα επιτεύγματά τους.

Δεύτερος παράγοντας το ανθρώπινο κεφάλαιο και η ελληνική γη. Σκεφθείτε ότι 1 εκατ. επιχειρήσεις με 2 εκατ. εργαζόμενους συνδέονται με τον αγροδιατροφικό τομέα. Η χώρα μας αποτελείται από μη αστικό περιβάλλον σε ποσοστό 94,3%, όπου ζει το 54,5% του πληθυσμού και χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση 30%. Παράγει το 3,4% της ακαθάριστης προσόδου που ανέρχεται στο 7,4%, μαζί με την μεταποίηση. Επίσης, γεωργία και κτηνοτροφία είναι οι σπουδαιότεροι συντελεστές πλούτου που αγγίζουν το 34,2% στους 50 από τους 52 νομούς.

Τρίτος παράγοντας το ελληνικό προϊόν. Επιχειρείται τα τελευταία χρόνια η στροφή της ελληνικής παραγωγής προς νέα και καινοτόμα προϊόντα. Η ελληνική αγροτική παραγωγή, εκτός από τους παραδοσιακούς της πρεσβευτές, όπως το ελαιόλαδο, τις ελιές, τη φέτα, το γιαούρτι, χτίζει brand name σε καινοτόμα προϊόντα, που μπορούν να αλλάξουν τη δυναμική της χώρας στον παγκόσμιο αγροδιατροφικό χάρτη. Για παράδειγμα το γιαούρτι μπορεί να μεγεθύνει τη γκάμα του με συγγενικά προϊόντα (parental products). Οι παραγωγοί και οι αγροδιατροφικές επιχειρήσεις στρέφονται σε καλλιέργειες που αποδίδουν μοντέρνα προϊόντα, περιζήτητα στη διεθνή αγορά, όπως τα λειτουργικά τρόφιμα (functional food).

Η σύνθεση των παραπάνω παραγόντων δε μπορεί παρά να αποτελέσει την ατμομηχανή της εξόδου από την οικονομική δυσπραγία. Προσκόμματα σε αυτήν την πορεία παραμένουν, βέβαια, το πολύ υψηλό λειτουργικό κόστος, λόγω της εξάρτησης από την ηλεκτρική ενέργεια, η μη ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων και οι πολύ υψηλές ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις. Τα βασικά παραγωγικά κόστη πρέπει να μειωθούν, για να αυξηθεί το εισόδημα και να λυθεί, πρωτίστως, η βιωσιμότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Για παράδειγμα, το παραγωγικό κόστος του ελληνικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου είναι περίπου 1,8 ευρώ το κιλό – σχεδόν τριπλάσιο από το κόστος παραγωγής του αντίστοιχου Ισπανικού – διαφορά που δε δικαιολογείται από την όποια ποιοτική διαφορά υπάρχει. Αυτό δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Είναι αποτέλεσμα δεκαετούς εθνικής στρατηγικής της Ισπανίας, όπου κάθε χρόνο το 10% των παραδοσιακών ελαιόδεντρων αντικαθίστατο με γραμμική φύτευση, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει μηχανοσυλλογή, που μειώνει το λειτουργικό κόστος.

Η Ελλάδα, με «όχημα» ένα νέο μοντέλο αγροτικής επιχειρηματικότητας, θα μπορούσε να ανακόψει τον κύκλο της ύφεσης. Ένα νέο μοντέλο εξωστρεφούς και προσανατολισμένης στην αγορά επιχειρηματικής προσέγγισης, θα μπορούσε να αυξήσει τις εγχώριες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων από 5 δισ. ευρώ σήμερα στα 10 δισ. το 2020 με τη μεγέθυνση της παραγωγής κατά 50%.

Οι Έλληνες παραγωγοί και οι αγροδιατροφικές επιχειρήσεις έχουν πλήρως αντιληφθεί την ανάγκη αυτής της στροφής προς την επιχειρηματικότητα, αναζητώντας τα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία και την τεχνογνωσία που θα την υποστηρίξουν.